Μέρος 2ο: Σύλληψις, Ανάκρισις

Το κείμενο του έργου (με ερμηνευτική απόδοση)

08. Ο Ιούδας τη γνώμη (Χορωδία - Ευαγγελιστής)

Ὁ Ἰούδας τῇ γνώµῃ φιλαργυρεῖ, κατὰ τοῦ ∆ιδασκάλου ὁ δυσεβής, κινεῖται βουλεύεται, µελετᾷ τὴν παράδοσιν, τοῦ φωτὸς ἐκπίπτει, τὸ σκότος δεχόµενος, συµφωνεῖ τὴν πρᾶσιν, πωλεῖ τὸν ἀτίµητον· ὅθεν καὶ ἀγχόνην, ἀµοιβὴν ὧν περ ἔδρα, εὑρίσκει ὁ ἄθλιος, καὶ ἐπώδυνον θάνατον. 

Ο ασεβέστατος Ιούδας, από φιλαργυρία κινούμενος, ενεργεί κατά του Διδασκάλου. Δραστηριοποιείται, σκέπτεται, μελετά την παράδοση. Δέχεται το σκοτάδι και χάνει το φως. Συμφωνεί για την πώληση και πουλάει τον ατίμητο. Έτσι ο άθλιος βρίσκει αμοιβή για όσα έπραξε να καταλήξει στην αγχόνη και (να βρει) οδυνηρό θάνατο.

(κάθισμα, Μ.Δευτέρα εσπέρας).

(1) Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς σὺν τοῖς µαθηταῖς αὐτοῦ πέραν τοῦ χειµάρρου τῶν Κέδρων, ὅπου ἦν κῆπος, εἰς ὃν εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ οἱ µαθηταὶ αὐτοῦ. (3) ὁ οὖν Ἰούδας λαβὼν τὴν σπεῖραν καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας ἔρχεται ἐκεῖ µετὰ φανῶν καὶ λαµπάδων καὶ ὅπλων. (4) Ἰησοῦς οὖν εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόµενα ἐπ’ αὐτὸν, ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς· Τίνα ζητεῖτε; (5) ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰµι. 

Εκείνον τον καιρό βγήκε ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του πέρα από τον χείμαρρο των Κέδρων. Εκεί υπήρχε κάποιος κήπος, στον οποίο μπήκε ο Ιησούς με τους μαθητές του. Ο Ιούδας, λοιπόν, αφού πήρε τη φρουρά και υπηρέτες απ’ τους αρχιερείς και Φαρισαίους, έρχεται εκεί με φανούς και λαμπάδες και όπλα. Τότε ο Ιησούς, που γνώριζε όσα θα συνέβαιναν σ’ Αυτόν, βγήκε (μπροστά τους) και τους είπε: Ποιον ζητάτε; Απάντησαν τότε αυτοί: Τον Ιησού τον Ναζωραίο. Τους λέει ο Ιησούς: Εγώ είμαι.

(ευαγγέλιο Β’, Ιωαν. 18:1-5, Μ.Πέμπτη εσπέρας). 

09. Τοις συλλαβούσι σε (Χορωδία - Χριστός)

Τοῖς συλλαβοῦσί σε παρανόµοις, ἀνεχόµενος, οὕτως ἐβόας Κύριε· Εἰ καὶ ἐπατάξατε τὸν ποιµένα, καὶ διεσκορπίσατε τὰ δώδεκα πρόβατα, τοὺς µαθητάς µου, ἠδυνάµην πλείους, ἢ δώδεκα λεγεῶνας παραστῆσαι Ἀγγέλων· ἀλλὰ µακροθυµῶ, ἵνα πληρωθῇ, ἃ ἐδήλωσα ὑµῖν, διὰ τῶν Προφητῶν µου, ἄδηλα καὶ κρύφια· Κύριε δόξα σοι. 

Σ’ αυτούς τους παράνομους, που σε συνέλαβαν, Κύριε, δείχνοντας την πολλή ανοχή σου, τους έλεγες δυνατά τούτα τα λόγια: (Να ξέρετε πως) αν και χτυπήσατε (εμένα) τον βοσκό και διασκορπίσατε τα δώδεκα πρόβατα, τους μαθητές μου, μπορούσα να παρατάξω (για υπεράσπισή μου) περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων. Όμως δείχνω τη μακροθυμία μου, για να εκπληρωθούν έτσι όλα τα μυστικά και ανεξήγητα που σας κήρυξαν οι προφήτες μου. Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε.

(αντίφωνο Ζ’, Μ.Πέμπτη εσπέρας). 

10. Ευαγγελιστής

(59) Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδοµαρτυρίαν κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν, (60) καὶ οὐχ εὗρον· καὶ πολλῶν ψευδοµαρτύρων προσελθόντων, οὐχ εὗρον. 

Και οι Αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι κι όλο το συνέδριο ζητούσαν κάποια ψευδομαρτυρία κατά του Ιησού για να τον θανατώσουν, και δεν βρήκαν. Και δεν βρήκαν, αν και παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδομάρτυρες.

(ευαγγέλιο Γ’, Ματθ. 26:59-60, Μ.Πέμπτη εσπέρας). 

11. Λόγον παράνομον - Χριστός

Λόγον παράνοµον, κατέθεντο κατ᾿ ἐµοῦ· Κύριε, Κύριε, µὴ ἐγκαταλίπῃς µε. 

Λόγια ανυπόστατα και συκοφαντικά διέδωσαν εναντίον μου. Κύριε, Κύριε, μη με εγκαταλείψεις.

(αντίφωνο Α’, Μ.Πέμπτη εσπέρας). 

12. Ευαγγελιστής - Αρχιερεύς - Χριστός - Όχλος

(62) καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· … ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος ἵνα ἡµῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. (64) λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· σὺ εἶπας· … (65) τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱµάτια αὐτοῦ λέγων· … τί ἔτι χρείαν ἔχοµεν µαρτύρων; ἴδε νῦν ἠκούσατε τὴν βλασφηµίαν αὐτοῦ· (66) τί ὑµῖν δοκεῖ; οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· ἔνοχος θανάτου ἐστί. 

Αφού σηκώθηκε ο αρχιερέας είπε σ’ αυτόν… Σε εξορκίζω (μπροστά) στον ζωντανό Θεό, να μας πεις αν εσύ είσαι ο Μεσσίας ο Υιός του Θεού. Λέει σ’ αύτόν ο Ιησούς: Εσύ το είπες… Τότε ο Αρχιερέας έσχισε τα ρούχα του λέγοντας… Τι ανάγκη έχουμε πια από μάρτυρες; Να, τώρα ακούσατε τη βλασφημία του. Τι νομίζετε; Κι αυτοί του άποκρίθηκαν και είπαν: Είναι ένοχος θανάτου.

(ευαγγέλιο Γ’, Ματθ. 26:59-62, Μ.Πέμπτη εσπέρας).

13. Συντρέχει λοιπόν (Χορωδία - Ευαγγελιστής)

Συντρέχει λοιπόν, τὸ συνέδριον τῶν Ἰουδαίων, ἵνα τὸν ∆ηµιουργόν, καὶ Κτίστην τῶν ἁπάντων, Πιλάτῳ παραδώσῃ, ὢ τῶν ἀνόµων! ὢ τῶν ἀπίστων! ὅτι τὸν ἐρχόµενον, κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, εἰς κρίσιν εὐτρεπίζουσι, τὸν ἰώµενον τὰ πάθη, πρὸς πάθος ἑτοιµάζουσι. Κύριε µακρόθυµε, µέγα σου τὸ ἔλεος, δόξα σοι. 

Συναθροίζονται τα μέλη του συνεδρίου των Ιουδαίων για να παραδώσουν στον Πιλάτο τον Δημιουργό και Κτίστη των όλων. Ω! πόσο παράνομοι είναι! πόσο άπιστοι! Διότι, Αυτόν που θα έλθει να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, τον ετοιμάζουν για το δικαστήριο. Αυτόν που θεραπεύει τα πάθη, τον ετοιμάζουν για το Πάθος (του Σταυρού). Μακρόθυμε Κύριε, είναι πολύ μεγάλο το έλεός Σου. Δόξα σ’ εσένα.

(στιχηρό αίνων, Μ.Τετάρτη εσπέρας). 

14. Ευαγγελιστής - Πιλάτος

(11) ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς ἔστη ἔµπροσθεν τοῦ ἡγεµόνος· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεµὼν λέγων· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων; ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἔφη αὐτῷ· σὺ λέγεις. (12) καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο. (13) τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταµαρτυροῦσι; (14) καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ρῆµα, ὥστε θαυµάζειν τὸν ἡγεµόνα λίαν.

Και ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα. Και τον ρώτησε αυτός και είπε: Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων; Κι ο Ιησούς του είπε: Εσύ το λες. Και ενώ τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, τίποτα δεν απαντούσε. Τότε του λέει ο Πιλάτος: Δεν ακούς πόσα καταθέτουν εναντίον σου; Και (ο Ιησούς) δεν απάντησε (τίποτε) ούτε σε έναν λόγο του, πράγμα που έκανε τον ηγεμόνα πολυ νά εκπλήσσεται.

(ευαγγέλιο Ε’, Ματθ. 27:11-14, Μ.Πέμπτη εσπέρας)

15. Μακαρισμοί Ι - Χορωδία

Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.

Είναι μακάριοι εκείνοι που πεινούν και διψούν για την δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτασθούν. Είναι μακάριοι αυτοί που πενθούν (για τις αμαρτίες τους), γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν (από τον Θεό. Είναι μακάριοι αυτοί που έχουν καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό.

Τὸν τοῦ νόµου Ποιητήν, ἐκ µαθητοῦ ὠνήσαντο ἄνοµοι, καὶ ὡς παράνοµον αὐτόν, τῷ Πιλάτου βήµατι ἔστησαν, κραυγάζοντες· Σταύρωσον, τὸν ἐν ἐρήµῳ τούτους µανναδοτήσαντα· Ἡµεῖς δὲ τὸν δίκαιον, λῃστὴν µιµησάµενοι, πίστει κράζοµεν· Μνήσθητι καὶ ἡµῶν Σωτήρ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου.

Αυτόν που έκανε τον (Μωσαϊκό) Νόμο, τον αγόρασαν οι άνομοι από τον μαθητή του. Και τον παρουσίασαν σαν παράνομο στο βήμα (στο κριτήριο) του Πιλάτου, κραυγάζοντας: Σταύρωσέ τον! Αυτόν που τους έθρεψε στην έρημο με το μάννα. Εμείς όμως (αντίθετα μ’ αυτούς) αφού μιμηθούμε τον δικαιωμένο ληστή με (πολλή) πίστη φωνάζουμε: Θυμήσου κι εμάς, Σωτήρα μας, στη Βασιλεία Σου.

(μακαρισμοί, Μ.Πέμπτη εσπέρας). 

16. Ευαγγελιστής - Όχλος - Πιλάτος - Σταυρωθήτω

(15) Κατὰ δὲ ἑορτὴν εἰώθει ὁ ἡγεµὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσµιον, ὃν ἤθελον. (16) εἶχον δὲ τότε δέσµιον ἐπίσηµον λεγόµενον Βαραββᾶν. (17) συνηγµένων οὖν αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑµῖν; Βαραββᾶν ἢ ᾿Ιησοῦν τὸν λεγόµενον Χριστόν; … (21) … Βαραββᾶν. (22) … τί οὖν ποιήσω ᾿Ιησοῦν τὸν λεγόµενον Χριστόν; … σταυρωθήτω. (23) … τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω.

Υπήρχε και μια συνήθεια (στούς Ιουδαίους), κατά την εορτή (του πάσχα) να ελευθερώνει ο ηγεμόνας για χάρη του λαού έναν φυλακισμένο, όποιον ήθελε ο λαός. Είχαν τότε έναν ξακουστό φυλακισμένο τον Βαραββά. Ενώ ήταν λοιπόν αυτοί (οι Ιουδαίοι) μαζεμένοι τους είπε ο Πιλάτος: Ποιον θέλετε να σας ελευθερώσω; Τον Βαραββά ή τον Ιησού που λέγεται Χριστός;… Να σταυρωθεί!… Γιατί, τι κακό έκανε; Αυτοί όμως πιο πολύ φώναζαν κι έλεγαν: Να σταυρωθεί!

(ευαγγέλιο Ε’, Ματθ. 27:15-17,21-23, Μ.Πέμπτη εσπέρας). 

Σταυρωθήτω ἔκραζον, οἱ τῶν σῶν χαρισµάτων, ἀεὶ ἐντρυφῶντες, καὶ κακοῦργον ἀντ᾿ εὐεργέτου, ᾐτοῦντο λαβεῖν, οἱ τῶν δικαίων φονευταί· ἐσιώπας δὲ Χριστέ, φέρων αὐτῶν τὴν προπέτειαν, παθεῖν θέλων, καὶ σῶσαι ἡµᾶς ὡς φιλάνθρωπος. 

Να σταυρωθεί, εκραύγαζαν αυτοί που συνέχεια απολάμβαναν τις ευεργεσίες Σου. Και ζητούσαν ν’ αφεθεί (ελεύθερος) ένας κακούργος, αντί για τον ευεργέτη, αυτοί που θανάτωσαν τους δίκαιους. Κι εσύ, Χριστέ μας, σιωπούσες κι’ ανεχόσουν την αυθάδειά τους, γιατί ήθελες να πάθεις ως φιλάνθρωπος που είσαι και να μας σώσεις.

(αντίφωνο Η’, Μ.Πέμπτη εσπέρας). 

17. Ήδη βάπτεται - Χορός ψαλτών

Ἤδη βάπτεται κάλαµος ἀποφάσεως, παρὰ κριτῶν ἀδίκων, καὶ Ἰησοῦς δικάζεται, καὶ κατακρίνεται σταυρῷ· καὶ πάσχει ἡ κτίσις, ἐν σταυρῷ καθορῶσα τὸν Κύριον. Ἀλλ᾿ ὁ φύσει σώµατος, δι᾿ ἐµὲ πάσχων, ἀγαθὲ Κύριε δόξα σοι. 

Ήδη βουτιέται στο μελάνι το καλάμι (η πέννα) και γράφεται η απόφαση από τους άδικους δικαστές. Και ο Ιησούς δικάζεται και καταδικάζεται σε σταυρικό θάνατο. Κι όλη η Κτίση υποφέρει, καθώς βλέπει πάνω στον Σταυρό τον Κύριο. Αλλά, δόξα σ’ Εσένα, Πανάγαθε Κύριε, που υποφέρεις κατά την ανθρώπινή σου φύση σωματικά για τη σωτηρία μου.
(απόστιχο, Μ.Πέμπτη εσπέρας).